
火山岩、溶岩石
TODO
基本情報
ギリシャ語
ηφαιστειακή πέτρα
読み方
イフェスティアキペトゥラ・イフェスティアキーペトゥラ
ラテン文字表記
ifaisteiaki petra
変化パターン
TODO
日本語訳
- 火山岩
- 溶岩石
英語訳
volcanic rock, lava stone
語源・派生・関連語
ηφαιστειακός(火山の)の女性形 ηφαιστειακή と πέτρα(石)からなる連語で、「火山の石」を意味する。
ηφαιστειακός は ηφαίστειο(火山)から作られた形容詞。この ηφαίστειο は、ギリシャ神話に登場する火と鍛冶の神 Ήφαιστος(ヘファイストス)に由来する。
一方、英語の volcano は、ラテン語で火の神 Volcanus を指したことに由来する呼び方。
火山岩、溶岩石
- μαύρη ηφαιστειακή πέτρα(黒い火山岩)
- πορώδης ηφαιστειακή πέτρα(多孔質の火山岩)
- ηφαιστειακή πέτρα για τον κήπο(庭用の火山石)
- Στο νησί βρίσκεις παντού ηφαιστειακή πέτρα.
- その島ではどこでも火山岩が見つかる。
- On the island you find volcanic rock everywhere.
関連項目
同じ分類 [物質] の単語
- 空気、風(αέρας)
- 塩(えん)、塩類(άλας)
- 塩、食塩(αλάτι)
- 砂、砂地、砂浜(άμμος)
- 石灰岩、ライムストーン(ασβεστόλιθος)
- 蒸気、水蒸気、湯気(ατμός)
- 大気、気圧、雰囲気、情緒(ατμόσφαιρα)
- 泡、フォーム、消火泡(αφρός)
- 岩、大岩、岩礁、揺るがない人(βράχος)
- 地球、大地、地面、土地(γη)
- 地面、領土、土台、条件(έδαφος)
- 油っぽい、油性の、油分を含む(ελαιώδης)
- 香、お香(θυμίαμα / θυμιάμα)
- 煙、タバコ(καπνός)
- 炭、石炭、木炭(κάρβουνο)
- ろう、蝋、ワックス、ろうそく、耳あか(κερί)
- 溶岩、情熱の奔流(λάβα)
- 泥、ぬかるみ、中傷(λάσπη)
- 乳香、香、お香(λιβάνι)
- 石、宝石、試金石、結石(λίθος)
- 蜂蜜、ハチミツ(μέλι)
- ドライアイス(ξηρός πάγος)
- 石、岩石、宝石、結石(πέτρα)
- 粘土、泥(πηλός)
- 埃、塵、粉末、粉(σκόνη)
- 灰、灰燼(στάχτη)
- 粒子、微粒子(σωματίδιο)
- 液体の、液状の、濡れた、湿った、液体(υγρός)
- 水蒸気(υδρατμός)
- 材料、素材、資料(υλικό)
- 雪、雪のような白さ・冷たさ、テレビの砂嵐(χιόνι)
- 土、土壌、地面、土地(χώμα)
- 黄土色、オーカー(ώχρα)
同じ分類 [地学] の単語
同じ分類 [宝石・鉱物] の単語
- ダイヤモンド(αδάμαντας)
- ダイヤモンド(αδάμας)
- アクアマリン(ακουαμαρίνα)
- アレクサンドライト(αλεξανδρίτης)
- アメシスト、アメジスト、紫水晶、素面の(αμέθυστος)
- 石灰岩、ライムストーン(ασβεστόλιθος)
- 長石(άστριος)
- アゲート、瑪瑙、めのう(αχάτης)
- ガーネット、ざくろ石(γρανάτης)
- 花崗岩、グラニット(γρανίτης)
- ダイヤモンド(διαμάντι)
- サファイア色の、深い青の(ζαφειρένιος)
- サファイア(ζαφείρι)
- 琥珀、エレクトラム(ήλεκτρο)
- 翡翠、ヒスイ、碧玉(ίασπις)
- 琥珀、琥珀色の(κεχριμπάρι)
- 結晶、水晶、クリスタル(κρύσταλλο)
- 結晶、水晶、クリスタル(κρύσταλλος)
- 天藍石(λαζουλίτης)
- ラズライト、青金石(λαζουρίτης)
- ラピスラズリ(λάπις λάζουλι)
- 真珠(μαργαριτάρι)
- 大理石、マーブル(μάρμαρο)
- 軟玉、ネフライト(νεφρίτης)
- オパール(οπάλιο)
- 鉱物、鉱石質のもの(ορυκτό)
- ルビー(ρουμπίνι)
- サファイア(σάπφειρος)
- エメラルド製の、エメラルド色の(σμαραγδένιος)
- エメラルド(σμαράγδι)
- ターコイズ、トルコ石、ターコイズブルー(τιρκουάζ)
- トパーズ(τοπάζι)
- ターコイズ、トルコ石、ターコイズブルー(τουρκουάζ)
- ムーンストーン、月長石(φεγγαρόπετρα)
- 石英、クォーツ(χαλαζίας)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社(αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水(ανθρακούχο νερό)
- 人権(ανθρώπινα δικαιώματα)
- 日焼け止めクリーム(αντηλιακή κρέμα)
- 重力(βαρυτική δύναμη)
- 重力場(βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光(βόρειο σέλας)
- ゆで卵(βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード(δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生(δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路(εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー(ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯(ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機(ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード(ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流(ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波(ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系(ηλιακό σύστημα)
- 青天の霹靂(κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ(κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸(κιτρικό οξύ)
- 気候変動(κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン(κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論(κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念(κοινή λογική)
- 共用スペース(κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険(κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット(κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭(κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市(λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭(λειρί του κόκορα)
- 白魔術(λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子(μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット(μαύρη αγορά)
- 黒魔術(μαύρη μαγεία)
- ブラックホール(μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー(μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体(μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター(μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草(μη με λησμόνει)
- ドライアイス(ξηρός πάγος)
- デンタルフロス(οδοντική κλωστή)
- 虹(ουράνιο τόξο)
- クレジットカード(πιστωτική κάρτα)
- 食洗機(πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機(πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔(πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔(πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急(πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー(πυρηνική ενέργεια)
- 核家族(πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位(σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論(στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号(ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー(τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト(τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー(τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ(φακοί επαφής)
- 体育(φυσική αγωγή)
- 自然災害(φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ(χρυσή τομή)
- 冷戦(ψυχρός πόλεμος)
連語
地学
宝石・鉱物
物質