
人権
TODO
基本情報
ギリシャ語
ανθρώπινα δικαιώματα
読み方
アンスロピナ ディケオマタ・アンスローピナ ディケオーマタ・アントゥロピナ ディケオマタ・アントゥローピナ ディケオーマタ
ラテン文字表記
anthropina dikaiomata
変化パターン
TODO
日本語訳
- 人権
英語訳
human rights
語源・派生・関連語
ανθρώπινος(人間の、人間らしい)の中性複数 ανθρώπινα と δικαίωμα(権利)の複数 δικαιώματα からなる連語。
ανθρώπινα δικαιώματα は、人が人であることに基づいて持つ基本的な権利を指す法・社会・国際関係の語。英語 human rights に対応し、日本語の「人権」にあたる。
固有名では Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων(欧州人権裁判所)のように、属格複数の Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων の形で現れることがある。
関連表現に δικαιώματα του ανθρώπου(人間の権利、人権)、ατομικά δικαιώματα(個人の権利)、πολιτικά δικαιώματα(政治的権利)、παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων(人権侵害)など。近い領域の語には ελευθερία(自由)がある。
人権
- ανθρώπινα δικαιώματα(人権)
- προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων(人権の保護)
- παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων(人権侵害)
- Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων(欧州人権裁判所)
- ελευθερίες και ανθρώπινα δικαιώματα(諸自由と人権)
- Το δικαστήριο εξέτασε υπόθεση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
- 裁判所は人権侵害の事件を審理した。
- The court examined a human-rights violation case.
関連項目
同じ分類 [社会] の単語
- 奮闘、闘い、試合 (αγώνας)
- 変化、変更、取り替え、交換 (αλλαγή)
- 人間の、人間らしい、人道的な (ανθρώπινος)
- 決定、決心、判決 (απόφαση)
- 保険、社会保険 (ασφάλιση)
- 王、君主、バシレウス (βασιλεύς)
- 王、国王 (βασιλιάς)
- バジル、王の、王に関する、王権から生じる、王にふさわしい、豪華な、公的な、国家の、王党派の (βασιλικός)
- 女王、王妃 (βασίλισσα)
- 助け、助力 (βοήθεια)
- 議会、国会議事堂、意志、決意 (βουλή)
- 世代、一族、ジェネレーション (γενιά)
- 創造、創作品、天地創造、被造世界 (δημιουργία)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 公の、公共の、国立の (δημόσιος)
- 国際的な、国際の (διεθνής)
- 権利、権限、資格 (δικαίωμα)
- 奴隷制度、隷属、地役権 (δουλεία)
- 本部、議席、本拠地、座席、面 (έδρα)
- 民族の、国家の、国民の (εθνικός)
- 民族、国民 (έθνος)
- 平和、講和 (ειρήνη)
- 施し、喜捨 (ελεημοσύνη)
- 自由、独立 (ελευθερία)
- ギリシャの、ギリシャ語の (ελληνικός)
- 結合、連合、化合物 (ένωση)
- 会社、団体 (εταιρεία)
- 会社、団体 (εταιρία)
- 位置、場所、座席、姿勢、順位、地位、職、枠、状況、立場、役割 (θέση)
- 階層、ヒエラルキー、聖職者階級 (ιεραρχία)
- 遅延、遅れ、低開発、立ち遅れ、繋留、アディショナルタイム、ロスタイム (καθυστέρηση)
- 規則、規範、ルール (κανόνας)
- 椅子、役職、権力の座 (καρέκλα)
- 蜂起、クーデター、社会運動 (κίνημα)
- 気候、雰囲気、風潮 (κλίμα)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共通の、共同の、共有の、普通の (κοινός)
- 共同体、コミュニティ (κοινότητα)
- 社会、交わり、共同生活 (κοινωνία)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- 社会的な、人付き合いのよい (κοινωνικός)
- 庶民、民草 (κοσμάκης)
- 世界、宇宙、人々 (κόσμος)
- 国家、国家権力 (κράτος)
- 円、周期、一連の活動、人の輪 (κύκλος)
- 民衆の、庶民的な、民俗の、ライカ、平信徒、青空市 (λαϊκός)
- 国民、民族、民衆、庶民 (λαός)
- 自由、独立 (λευτεριά)
- 質量、かたまり、大衆 (μάζα)
- 大量の、大衆的な、質量の (μαζικός)
- 証人、目撃者、殉教者 (μάρτυρας)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- 構成員、手足、旋律、メロディ (μέλος)
- マスメディア、報道媒体 (μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- 生物、有機体、機関 (οργανισμός)
- 世界の、全世界の、万有の (παγκόσμιος)
- 祖国、故郷 (πατρίδα)
- 戦争、闘争、紛争 (πόλεμος)
- 市民、国民、住民、民間人、コンスタンティノープル出身者 (πολίτης)
- 売春、性的な不品行、色欲 (πορνεία)
- 物、もの、こと、件、事態 (πράγμα)
- 核、中心、果実の種、原子核 (πυρήνας)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 旗、国旗、象徴 (σημαία)
- 奴隷の身分、隷属、拘束 (σκλαβιά)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 衝突、対立、紛争、葛藤 (σύγκρουση)
- 意識、自覚、良心 (συνείδηση)
- 切開、切断、断面、交点、転換 (τομή)
- テーブル、食事、交渉の席 (τραπέζι)
- 義務、責務、負債 (υποχρέωση)
- 友人、親愛なる、友好的な (φίλος)
- 冷戦 (ψυχρός πόλεμος)
同じ分類 [法] の単語
- 教育、訴訟、治療、伝導 (αγωγή)
- 異端、異端派、異説、非主流派、選択、条件 (αίρεση)
- 疑い、確信のなさ、両義性、曖昧さ (αμφιβολία)
- 決定、決心、判決 (απόφαση)
- 運動、練習問題、軍事演習、従事、行使 (άσκηση)
- 安全、治安、保証、保険 (ασφάλεια)
- 保険、社会保険 (ασφάλιση)
- 意見、見解 (γνώμη)
- 身分証明書、ID カード (δελτίο ταυτότητας)
- 知性、知的創作物(法律)、天才、知の人 (διάνοια)
- 空き巣、泥棒 (διαρρήκτης)
- 違い、改善、差額、争い (διαφορά)
- 国際的な、国際の (διεθνής)
- 権利、権限、資格 (δικαίωμα)
- 裁判所、法廷、司法機関 (δικαστήριο)
- 奴隷制度、隷属、地役権 (δουλεία)
- 自由、独立 (ελευθερία)
- ベルト、帯、地帯、ゾーン (ζώνη)
- 規則、規範、ルール (κανόνας)
- 告発、容疑、分類、カテゴリー (κατηγορία)
- 動く、可動の、携帯の (κινητός)
- 泥棒、クレフテス、綿毛の種 (κλέφτης)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- 回路、ネットワーク (κύκλωμα)
- コード、法典、規範、写本 (κώδικας)
- 自由、独立 (λευτεριά)
- 強盗、詐欺師、悪徳業者 (ληστής)
- 証人、目撃者、殉教者 (μάρτυρας)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- 運命, 宿命, 分け前, 組織単位, 度 (μοίρα)
- 法律、規範、法則 (νόμος)
- 条件、条項、用語、山 (όρος)
- 海賊、もぐりの業者 (πειρατής)
- 刑罰、罰、ペナルティー (ποινή)
- 顔、人物、人称、外観 (πρόσωπο)
- 水 (ύδωρ)
- 義務、責務、負債 (υποχρέωση)
- 税、税金、課税、貢ぎ (φόρος)
- 自然の、物理の、物理学者 (φυσικός)
同じ分類 [人] の単語
- 男の子 (αγόρι)
- 姉、妹、姉妹 (αδελφή)
- 人間らしい水準の、人間の身体の (ανθρωπινός)
- 人間の、人間らしい、人道的な (ανθρώπινος)
- 人間、人、人類 (άνθρωπος)
- 男、男性、夫 (άντρας)
- 星、恒星、スター (αστέρας)
- 星、星形、スター (αστέρι)
- 個人、人物、原子 (άτομο)
- 手先、回し者、スパイ (βαλτός)
- 財産、富、資産 (βιο)
- 財産、富、資産 (βιος)
- 人生、一生、生涯、生活様式 (βίος)
- 隣人、近所の人、隣国の人々 (γείτονας)
- 老人、年老いた人、年配の父親・夫 (γέρος)
- 親、保護者 (γονιός)
- 老婆、年配の女性 (γριά)
- 女性、妻 (γυναίκα)
- 先生、教師、教員 (δάσκαλος)
- 市、自治体、住民、市民、行政サービス、市の組織、市役所 (δήμος)
- 知性、知的創作物(法律)、天才、知の人 (διάνοια)
- 空き巣、泥棒 (διαρρήκτης)
- ドラコン、りゅう座 (Δράκων)
- 聡明さ、高い知能、天才 (ευφυΐα)
- 思春期の若者、ジュニア・ユース (έφηβος)
- 命、生命、人生、生活、活気、寿命 (ζωή)
- イラクリス、ヘラクレス、ヘルクレス座 (Ηρακλής)
- 英雄、ヒーロー、主人公、登場人物、当事者 (ήρωας)
- 女神 (θεά)
- インド人男性、インダス川、インディアン座 (ινδός)
- 喫煙者、スモーカー (καπνιστής)
- カッシオペイア、カシオペア座 (Κασσιόπη)
- 泥棒、クレフテス、綿毛の種 (κλέφτης)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 庶民、民草 (κοσμάκης)
- ~様、貴婦人、先生、夫人 (κυρία)
- ~氏、紳士、主人、主、主要な (κύριος)
- ラミア、人食いの女の怪物、貪欲で意地悪な女 (λάμια)
- 強盗、詐欺師、悪徳業者 (ληστής)
- 魔法、魔術、呪術 (μαγεία)
- 魔女、女の魔術師 (μάγισσα)
- 魔法使い、魔術師、名手、東方の三博士 (μάγος)
- パセリ (μαϊδανός)
- パセリ (μαϊντανός)
- 母親、面倒見の良い人、達人、名人、原本 (μάνα)
- メガイラ、意地悪で気むずかしい女 (μέγαιρα)
- 若い、新しい、若者 (νέος)
- 勝者、優勝者 (νικητής)
- 勝者、優勝者(女性) (νικήτρια)
- 外国の、見知らぬ、外国人、よそ者 (ξένος)
- チーム、グループ、集団 (ομάδα)
- 名前、名称、名声 (όνομα)
- 子供、子、若者 (παιδί)
- プレーヤー、賭け事をする人、選手 (παίκτης)
- プレーヤー、賭け事をする人、選手(女性) (παίκτρια)
- プレーヤー、賭け事をする人、選手 (παίχτης)
- プレーヤー、賭け事をする人、選手(女性) (παίχτρια)
- 聖母マリア、パナギア(別形) (Παναγιά)
- 聖母マリア、パナギア (Παναγία)
- 手つかずの、乙女、処女、おとめ座 (παρθένος)
- 海賊、もぐりの業者 (πειρατής)
- 市民、国民、住民、民間人、コンスタンティノープル出身者 (πολίτης)
- 顔、人物、人称、外観 (πρόσωπο)
- 預言者、予言者 (προφήτης)
- 預言者、予言者(女性) (προφήτισσα)
- 兵士、軍人 (στρατιώτης)
- ストリグラ、民間伝承の女の悪霊、意地悪で気むずかしい女 (στρίγκλα)
- ストリグラ、民間伝承の女の悪霊、意地悪で気むずかしい女(別形) (στρίγλα)
- 射手、弓使い、いて座、射手座 (τοξότης)
- 狂気、無分別な行動、強い執着 (τρέλα)
- キリスト、イエス・キリスト (Χριστός)
同じ品詞 [連語] の単語
- 航空会社 (αεροπορική εταιρεία)
- 炭酸水 (ανθρακούχο νερό)
- 日焼け止めクリーム (αντηλιακή κρέμα)
- 重力 (βαρυτική δύναμη)
- 重力場 (βαρυτικό πεδίο)
- オーロラ、北極光 (βόρειο σέλας)
- ゆで卵 (βραστό αυγό)
- 身分証明書、ID カード (δελτίο ταυτότητας)
- 公衆衛生 (δημόσια υγεία)
- 国道、高速道路 (εθνική οδός)
- ギリシャ・コーヒー (ελληνικός καφές)
- シートベルト、安全帯 (ζώνη ασφαλείας)
- 電気掃除機、掃除機 (ηλεκτρική σκούπα)
- 電動キックボード (ηλεκτρικό πατίνι)
- 電流 (ηλεκτρικό ρεύμα)
- 電磁波 (ηλεκτρομαγνητικό κύμα)
- 太陽系 (ηλιακό σύστημα)
- 火山岩、溶岩石 (ηφαιστειακή πέτρα)
- 青天の霹靂 (κεραυνός εν αιθρία)
- 携帯電話、スマホ (κινητό τηλέφωνο)
- クエン酸 (κιτρικό οξύ)
- 気候変動 (κλιματική αλλαγή)
- 空調機器、エアコン (κλιματιστικό μηχάνημα)
- 世論、公論 (κοινή γνώμη)
- 常識、社会通念 (κοινή λογική)
- 共用スペース (κοινόχρηστος χώρος)
- 社会保険 (κοινωνική ασφάλιση)
- レッドカーペット (κόκκινο χαλί)
- スズラン、鈴蘭 (κρίνος της κοιλάδας)
- 青空市、定期市 (λαϊκή αγορά)
- ケイトウ、鶏頭 (λειρί του κόκορα)
- 白魔術 (λευκή μαγεία)
- 綿あめ、綿菓子 (μαλλί της γριάς)
- ヤミ市場、ブラックマーケット (μαύρη αγορά)
- 黒魔術 (μαύρη μαγεία)
- ブラックホール (μαύρη τρύπα)
- 裏金、闇マネー (μαύρο χρήμα)
- マスメディア、報道媒体 (μέσο μαζικής ενημέρωσης)
- ミネラルウォーター (μεταλλικό νερό)
- ワスレナグサ、勿忘草 (μη με λησμόνει)
- ドライアイス (ξηρός πάγος)
- デンタルフロス (οδοντική κλωστή)
- 虹 (ουράνιο τόξο)
- クレジットカード (πιστωτική κάρτα)
- 食洗機 (πλυντήριο πιάτων)
- 洗濯機 (πλυντήριο ρούχων)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή δόξα)
- アサガオ、朝顔 (πρωινή χαρά)
- 応急処置、救急 (πρώτες βοήθειες)
- 原子力、核エネルギー (πυρηνική ενέργεια)
- 核家族 (πυρηνική οικογένεια)
- 方角、方位 (σημείο του ορίζοντα)
- 円卓会議、円卓討論 (στρογγυλή τράπεζα)
- 郵便番号 (ταχυδρομικός κώδικας)
- 四つ葉のクローバー (τετράφυλλο τριφύλλι)
- フライドポテト (τηγανητή πατάτα)
- 幸運のクローバー (τυχερό τριφύλλι)
- コンタクトレンズ (φακοί επαφής)
- 体育 (φυσική αγωγή)
- 自然災害 (φυσική καταστροφή)
- 黄金比、落としどころ (χρυσή τομή)
- 冷戦 (ψυχρός πόλεμος)
連語
社会
人