🌻

夏の、夏向きの、夏物の

TODO

基本情報

ギリシャ語

καλοκαιρινός

読み方

カロケリノス・カロケリノース

ラテン文字表記

kalokerinos

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 夏の
  2. 夏向きの
  3. 夏物の

英語訳

summer, summery

語源・派生・関連語

語源

καλοκαιρινός(夏の、夏向きの)は、中世ギリシャ語の καλοκαιρινός(夏の)にさかのぼる形で、καλοκαίρι(夏)に接尾辞 -ινός(〜に属する形容詞語尾)がついてできた語。意味は基本的に「夏に関する」「夏に属する」で、いまも広く使われる。

θερινός、χειμωνιάτικος

かなりの場面で θερινός(夏の、夏季の)と重なるが、καλοκαιρινός のほうが日常語らしい響きが強い。反対側には χειμωνιάτικος(冬の)が立つが、こちらは季節感や生活感の強い語として並びやすい。

意味

主な意味は「夏の」。そこから、夏に起こること、夏に食べたり着たり使ったりするものまで広く表せる。複数中性の τα καλοκαιρινά(夏物、夏服)は、夏服や夏物をまとめて言う名詞用法。

夏の

夏という季節そのものに属することを表す。

  • καλοκαιρινός καιρός(夏の天気)
  • καλοκαιρινή βροχή(夏の雨)
  • καλοκαιρινοί μήνες(夏の月、夏の数か月)
  • καλοκαιρινή ζέστη(夏の暑さ)
  • Μας περιμένει καλοκαιρινός καιρός όλη την εβδομάδα.
  • 一週間ずっと夏らしい天気になりそうだ。
  • Summer weather is expected all week.

夏向きの

夏に行われることや、夏によく見られること、夏に合うことを表す。

  • καλοκαιρινές διακοπές(夏休み、夏の休暇)
  • καλοκαιρινές ασχολίες(夏の活動)
  • καλοκαιρινό φαγητό(夏向きの食べ物)
  • καλοκαιρινά φρούτα(夏の果物)
  • Τα βερίκοκα είναι καλοκαιρινό φρούτο.
  • アプリコットは夏の果物だ。
  • Apricots are a summer fruit.

夏物の

夏に着たり使ったりする衣類や道具を表す。

  • καλοκαιρινή κουβέρτα(夏用の毛布)
  • καλοκαιρινό κοστούμι(夏物のスーツ)
  • καλοκαιρινά παπούτσια(夏向きの靴)
  • τα καλοκαιρινά(夏服、夏物)
  • Ήρθε η ώρα να βγάλουμε τα καλοκαιρινά.
  • 夏物を出す時期になった。
  • It’s time to bring out the summer clothes.

成句・表現

  • το κάνω καλοκαιρινό
  • 場所をめちゃくちゃにする、ひどく荒らす(直訳:それを夏物にする)
  • to wreck a place

関連項目

同じ分類 [時] の単語

同じ分類 [季節] の単語

同じ品詞 [形容詞] の単語