📮

郵便の、郵便局の、郵便職員

TODO

基本情報

ギリシャ語

ταχυδρομικός

読み方

タヒドゥロミコス・タヒドゥロミコース

ラテン文字表記

tachydromikos

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 郵便の、郵便局の
  2. 郵便で送る
  3. 郵便職員
  4. 郵便料金

英語訳

postal, post-office, postal worker, postage

語源・派生・関連語

ταχυδρομείο(郵便局、郵便)に、形容詞を作る接尾辞 -ικός が付いた語。ταχυδρομείο はカサレヴサの ταχυδρομεῖον に由来し、さらに ταχυδρόμος(郵便配達員)へさかのぼる。

連語には ταχυδρομικός κώδικας(郵便番号)、ταχυδρομικά τέλη(郵便料金)、ταχυδρομική κάρτα(郵便はがき)などがある。

名詞としては ο ταχυδρομικός が「郵便職員」、複数中性の τα ταχυδρομικά が「郵便料金」を指す。副詞には ταχυδρομικά / ταχυδρομικώς(郵便で)がある。

関連語には ταχυδρόμος(郵便配達員)、ταχυδρομείο(郵便局、郵便)、ταχυδρομικός κώδικας(郵便番号)などがある。

郵便の、郵便局の

  • ταχυδρομικός σάκος(郵便袋)
  • ταχυδρομική σφραγίδα(郵便印、消印)
  • ταχυδρομική θυρίδα(私書箱)
  • ταχυδρομικό γραφείο(郵便局、郵便窓口)
  • ταχυδρομικό κουτί(郵便箱)
  • ταχυδρομικός κώδικας(郵便番号)
  • ταχυδρομικά τέλη(郵便料金)
  • Έγραψε τη διεύθυνση και τον ταχυδρομικό κώδικα.
  • 住所と郵便番号を書いた。
  • He wrote the address and the postal code.

郵便で送る

  • ταχυδρομική επιταγή(郵便為替)
  • ταχυδρομική κάρτα(郵便はがき)
  • ταχυδρομικό έμβασμα(郵便送金)
  • στέλνω κάτι ταχυδρομικά(何かを郵便で送る)
  • Στέλνω τα χρήματα ταχυδρομικά.
  • お金を郵便で送る。
  • I send the money by post.

郵便職員、郵便料金

  • ο ταχυδρομικός(郵便職員)
  • τα ταχυδρομικά(郵便料金)
  • ταχυδρομικός υπάλληλος(郵便局員)
  • ταχυδρομικός διανομέας(郵便配達員)
  • Ο ταχυδρομικός έφερε το γράμμα.
  • 郵便職員が手紙を届けた。
  • The postal worker brought the letter.

関連項目

同じ分類 [情報・メディア] の単語

同じ分類 [職業] の単語

同じ分類 [書類] の単語

同じ品詞 [形容詞] の単語