🧪

分解、解散、溶解、消散

TODO

基本情報

ギリシャ語

διάλυση

読み方

ディアリシ・ディアーリシ

ラテン文字表記

dialysi

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 分解、解体
  2. 解散、解消(比喩)
  3. 溶解
  4. 消散
  5. 疲労困憊(比喩)

英語訳

dissolution, breakdown, dispersal

語源・派生・関連語

古代ギリシャ語の διάλυσις(分解、解体)を継承。動詞 διαλύω(分解する、溶かす)から派生した抽象名詞。組織の解散・解消(議会、結婚、企業など)の意味、化学の「溶解」の意味は、フランス語 (dis)solution からの意味借用で定着した。

同じ語族に διάλυμα(溶液)、διαλυτής(溶媒)、αδιάλυτος(溶けない)など。「分解」の意味で近い語には αποσύνθεση(腐敗、分解)、διάσπαση(分裂、分割)、αποσάθρωση(風化)がある。

分解、解体

  • διάλυση πετρωμάτων(岩石の分解)
  • διάλυση πλοίων(船の解体)
  • διάλυση πλήθους(群衆の解散)
  • διάλυση θρόμβου(血栓の溶解)
  • Η αστυνομία προχώρησε σε βίαιη διάλυση της συγκέντρωσης.
  • 警察は集会を強制的に解散させた。
  • The police violently dispersed the gathering.

解散、解消

  • διάλυση γάμου(結婚の解消、離婚)
  • διάλυση Βουλής(議会の解散)
  • διάλυση εταιρείας(企業の解散)
  • διάλυση συγκροτήματος(バンドの解散)
  • Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε τη διάλυση της Βουλής.
  • 首相は議会の解散を発表した。
  • The Prime Minister announced the dissolution of the parliament.
  • Ξεπούλημα λόγω διάλυσης
  • 閉店セール(直訳:解散による安売り)
  • Closing-down sale

溶解

  • διάλυση αλάτων(塩の溶解)
  • διάλυση μιας ουσίας(物質の溶解)
  • δισκίο ταχείας διάλυσης(速溶錠)
  • Η διάλυση της ζάχαρης στον καφέ γίνεται πιο γρήγορα με ζεστό νερό.
  • 砂糖はお湯のほうがコーヒーに早く溶ける。
  • Sugar dissolves more quickly in hot water.

消散

  • διάλυση νεφών(雲の消散)
  • διάλυση αμφιβολιών(疑念の解消)
  • Με τις εξηγήσεις του ήρθε η διάλυση των αμφιβολιών μου.
  • 彼の説明で私の疑念は晴れた。
  • With his explanations, my doubts were dispelled.

疲労困憊

  • Είμαι στα όρια της διάλυσης.
  • もう限界だ。
  • I’m at my breaking point.

成句・表現

  • βαράει διάλυση
  • 倒産する、崩壊する(直訳:解体を打つ)
  • to go bankrupt, to fall apart

関連項目

同じ分類 [化学] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語