🏠

家族、一族、グループ、科

TODO

基本情報

ギリシャ語

οικογένεια

読み方

イコイェニア・イコイェーニア・イコゲニア・イコゲーニア

ラテン文字表記

oikogeneia

変化パターン

TODO

日本語訳

  1. 家族
  2. 家系、一族
  3. 集団、コミュニティ
  4. 系列、グループ

英語訳

family, lineage, group

語源・派生・関連語

コイネーの οἰκογενής(家で生まれた奴隷。οἶκος「家」+ γένος「生まれ」の形容詞)に抽象名詞化の接尾辞 -εια が付いた οἰκογένεια に由来。古代から中世にかけては「家で生まれた奴隷」を指し、購入奴隷と区別する証明書などに用いられた。

現代の「家族」の意はイタリア語 famiglia / フランス語 famille からの意味借用で、生物分類の「科」の意はラテン語 familia の意味借用。英語 economy(ギリシャ語 οικονομία「家の管理」経由)や ecology の eco- も同じ οἶκος を起源とする。

類義語に φαμίλια(家族、くだけた言い方), νοικοκυριό(世帯), οίκος(家名、王家), γένος(一族、門地)。派生に οικογενειακός(家族の、家庭的な), οικογενειάρχης(一家の長), υποοικογένεια(亜科), ενδοοικογενειακός(家庭内の), οικογενειακώς(家族ぐるみで)。

家族

社会の基礎単位として、血縁、精神的な絆、婚姻や養子縁組などの関係で結ばれた人々の集まりを指す。家族の形や機能を述べるときにも、ごく広く使われる。

  • άμεση οικογένεια(近親者、一親等の親族)
  • ανάδοχη οικογένεια(里親家族)
  • εκτεταμένη / διευρυμένη οικογένεια(大家族、拡張家族)
  • μονογονεϊκή οικογένεια(ひとり親家庭)
  • παραδοσιακή οικογένεια(伝統的な家族)
  • πυρηνική οικογένεια(核家族)
  • οικογένεια με παιδιά(子供のいる家族、あるいは夫婦)
  • οικογένεια χωρίς παιδιά(子供のいない家族、あるいは夫婦)
  • λειτουργία της οικογένειας(家族の機能)
  • ενδοοικογενειακή βία / βία στην οικογένεια(家庭内暴力、ドメスティック・バイオレンス)
  • Παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένεια.
  • 彼らは結婚して家庭を築いた。
  • They got married and started a family.
  • Προέρχεται από διαζευγμένη οικογένεια.
  • 彼は離婚した家庭の出身だ。
  • He comes from a divorced family.
  • Εργάζεται νυχθημερόν, για να συντηρήσει την οικογένειά του.
  • 家族を養うために昼夜を問わず働いている。
  • He works day and night to support his family.
  • Οι φίλοι μου είναι η οικογένειά μου.
  • 友人たちは私の家族だ。
  • My friends are my family.

家系、一族

血筋や世代、特定の家柄を表すのにも使われる。王家や名門、職業を代々受け継ぐ家のような文脈でよく見られる。

  • βασιλική οικογένεια(王家)
  • αριστοκρατική οικογένεια(貴族の家柄)
  • αρχοντική οικογένεια(名門の家柄)
  • παλιά οικογένεια(旧家)
  • Γόνος γνωστής οικογενείας(名家の令息・令嬢。しばしば皮肉を込めて使う)
  • Κατάγεται από οικογένεια πολιτικών.
  • 彼は政治家一族の出身だ。
  • He comes from a family of politicians.
  • Στα βαφτίσια μαζεύτηκε όλη η οικογένεια.
  • 洗礼式に親戚一同が集まった。
  • The whole family gathered at the baptism.

集団、コミュニティ

共通の特徴や関心、見解、目的を持つ人々の集まりを指すのにも使われる。身内のような結びつきを強調するときにも用いられる。

  • δημοσιογραφική οικογένεια(ジャーナリスト仲間)
  • εκπαιδευτική οικογένεια(教育界の人々)
  • επιχειρηματική οικογένεια(実業界)
  • Μαφιόζικη οικογένεια(マフィアの一家、ファミリー)
  • Ολυμπιακή Οικογένεια(オリンピック・ファミリー)
  • ορθόδοξη οικογένεια(正教徒のコミュニティ)
  • Ζουν ενωμένοι σαν οικογένεια.
  • 彼らは家族のように団結して暮らしている。
  • They live together in unity like a family.
  • Είναι δικός μας άνθρωπος, της οικογένειας.
  • 彼は身内のような存在だ。
  • He is one of us, like family.

系列、グループ

共通の属性や性質、機能を持つ要素や物の集まりにも使われる。製品やアルゴリズム、語群などをまとめるときの「ファミリー」に当たる。

  • οικογένεια αυτοκινήτων(車種シリーズ)
  • οικογένεια προϊόντων(製品ラインナップ)
  • οικογένεια αλγορίθμων(アルゴリズム群)
  • οικογένεια γραμματοσειρών(フォントファミリー)
  • οικογένεια συναρτήσεων(関数族)
  • οικογένεια γλωσσών / γλωσσική οικογένεια(語族)
  • Ετυμολογικές οικογένειες λέξεων(語源を同じくする語群)

生物学では、動植物の分類階級のひとつである「科」を指す。「目」の下、「属」の上に位置する。

  • βοτανική οικογένεια(植物学上の科)
  • Η λεοπάρδαλη ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών.
  • ヒョウはネコ科に属する。
  • The leopard belongs to the cat family.

成句・表現

  • άνθρωπος της οικογένειας
  • 家族思いの人、家庭的な人(直訳:家族の人)
  • a family-oriented person
  • μια οικογένεια είμαστε!
  • 私たちは家族みたいなものだよ!(直訳:私たちは家族だ)
  • We’re like one family!

関連項目

同じ分類 [家族] の単語

同じ品詞 [女性名詞] の単語